εκτομεύς

εκτομεύς
(-εως) ο
1) тот, кто отрезает, вырезает; 2) нож (тж. хирургический)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "εκτομεύς" в других словарях:

  • ἐκτομεύς — one that cuts out masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτομῆς — ἐκτομάζω castrate fut ind act 2nd sg (doric) ἐκτομεύς one that cuts out masc nom pl ἐκτομεύς one that cuts out masc nom/voc pl ἐκτομή cutting out fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκτομέας — ο (Α ἐκτομεύς) 1. όργανο με το οποίο γίνεται η εκτομή 2. αυτός που διενεργεί την εκτομή …   Dictionary of Greek

  • εκτομίς — ἐκτομίς, η (Α) (θηλ. τού εκτομεύς) η εκτέμνουσα 1. εργαλείο για εκτομές («δρεπάνη ἐκτομὶς καυλῶν» το δρεπάνι που αποκόπτει τους καλαμένιους κορμούς τών φυτών, Ανθ. Παλ.) 2. ἐκτομίς (μήτρα) εκβολάς* Αθήν …   Dictionary of Greek

  • ἐκτομῇ — ἐκτομάζω castrate fut ind mid 2nd sg (doric) ἐκτομάζω castrate fut ind act 3rd sg (doric) ἐκτομῆι , ἐκτομεύς one that cuts out masc dat sg (epic ionic) ἐκτομή cutting out fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»